“Και γιατί να κάνει το παιδί μου θεραπείες? Υπάρχουν πολλά κέντρα θεραπειών εκεί έξω, μήπως είναι υπερβολικά όλα αυτά?“
Τίμια ερώτηση, με σχετικά απλή απάντηση.
Υπάρχουν δύο περιπτώσεις στις οποίες τα παιδιά μας μπορεί να χρειαστούν κάποιου είδους παρέμβαση. Η πρώτη είναι πιο σαφής, πιο ξεκάθαρη. Όταν ένα παιδάκι δυσκολεύεται εμφανώς σε κάτι, για παράδειγμα είναι 2μιση ετών και δεν μιλάει καθόλου, είναι 3 ετών και δείχνει απομονωμένο, είναι 5 χρονών και δεν πιάνει καθόλου το μολύβι, και ούτω καθεξής. Εκεί μπορεί να μας παραπέμψει και ένας παιδίατρος για περαιτέρω αξιολόγηση ή και από μόνοι μας σαν γονείς να αναζητήσουμε πληροφορίες.
Η δεύτερη περίπτωση είναι λιγότερο ευκρινής και είναι εκεί που συνήθως την πατάμε. Είναι η περίπτωση που αρχίζουν τα ‘έλα μωρέ μήπως..’, τα ‘άστο και θα μεγαλώσει’, ή ‘ξέρω έναν που ήταν έτσι ακριβώς και τώρα είναι μια χαρά’, ή ‘κι εγώ έτσι ήμουν, δεν έπαθα κάτι!’. Είναι αυτή η γκρίζα ζώνη, όπου τα παιδάκια μας υπολείπονται ελαφρώς και κάτι, αλλά αυτό το κάτι δεν είναι πολύ σοβαρό. Εκεί μπορεί να ακούσουμε διάφορες απόψεις από γνωστούς και αγνώστους, όπως ότι το έχουμε καλομάθει και δεν μιλάει, ή ότι ‘πρέπει να το αφήσουμε νηστικό για να πεινάσει και να φάει’ όταν πρόκειται για σιτιστική δυσκολία.
Όταν αρχίζουν οι υποθέσεις λοιπόν, κλείνουμε τα αυτιά μας στη γνώμη και πάμε εκεί που υπάρχει γνώση. Όπως σε κάθε τομέα άλλωστε. Πηγαίνουμε για αξιολόγηση, η οποία δεν συνεπάγεται απαραίτητα και έναρξη παρέμβασης. Μπορεί να οδηγήσει σε μια παραπομπή, σε μια επαγρύπνηση ή ακόμα και σε τίποτα!
Αλλά όπως λέμε πάντα, είναι καλύτερα να πάμε εγκαίρως και ας μη χρειάζεται, παρά να χρειαζόταν και να μη έχουμε πάει.
Στέλλα Ζήνδρου
Λογοπεδικός, MSc